ΠΑΘΗΣΕΙΣ

ΚΑΡΩΤΙΔΙΚΗ ΝΟΣΟΣ

Εισαγωγή

Η καρωτιδική νόσος είναι μια από τις σημαντικότερες και συχνότερες αιτίες πρόκλησης αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου. Εκδηλώνεται όταν οι καρωτιδικές αρτηρίες, οι οποίες αποτελούν τις κύριες αρτηρίες αιμάτωσης του εγκεφάλου, παρουσιάσουν στένωση ή απόφραξη. Η βλάβη των συγκεκριμένων αιμοφόρων αγγείων προκαλείται από την αθηρωματική πλάκα, η οποία είναι μια ανώμαλη προβολή και αποτελείται από χοληστερόλη, ασβέστιο και ινώδη ιστό. Αυτές οι εναποθέσεις φράζουν τις καρωτιδικές αρτηρίες, με αποτέλεσμα να μην αιματώνεται σωστά ο εγκέφαλος.

Η απόφραξη αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου. Το εγκεφαλικό επεισόδιο αποτελεί μια επείγουσα ιατρική κατάσταση, η οποία συμβαίνει όταν διακόπτεται ή μειώνεται σοβαρά η παροχή αίματος στον εγκέφαλο. Ένα εγκεφαλικό στερεί από τον εγκέφαλό το απαραίτητο οξυγόνο και εξαιτίας αυτού μέσα σε λίγα λεπτά τα εγκεφαλικά κύτταρα αρχίζουν να πεθαίνουν. Η καρωτιδική νόσος αναπτύσσεται αργά.

veins veins

Η έγκαιρη πρώιμη διάγνωση της νόσου

είναι πολύ σημαντική

για την καλή έκβαση της κατάστασης και στα δύο στάδια της νόσου.

ΚΛΕΙΣΕ ΤΩΡΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Τι είναι η καρωτιδική νόσος

Η βαρύτητα της στένωσης καθορίζει την αντιμετώπιση. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Αγγειακής Χειρουργικής (ESVS, έκδοση 2023), η επέμβαση ενδείκνυται σε συμπτωματική στένωση 50% έως 99%, ενώ σε ασυμπτωματικούς ασθενείς συζητείται από το 60% με 70% και άνω, σε κέντρα με χαμηλό περιεπεμβατικό κίνδυνο.

Κύρια αιτία για την πρόκληση καρωτιδικής νόσου είναι η δημιουργία αθηρωματικής πλάκας ή αρτηριοσκλήρυνση (πάχυνση του τοιχώματος) στην κοινή και έσω καρωτίδα. Η αρτηρία αυτή βρίσκεται κάτω από το σαγόνι του ασθενούς και εκτείνεται από την αορτή μέχρι τον εγκέφαλο.

Η στένωση της καρωτίδας δεν δίνει έμμεσα συμπτώματα που να οδηγήσουν στη διάγνωση. Το μοναδικό σύμπτωμα που μπορεί να δώσει η στένωση της καρωτίδας είναι απευθείας το εγκεφαλικό επεισόδιο (παροδικό (ΤΙΑ) ή μόνιμο).

Οι συχνότεροι παράγοντες κινδύνου είναι η υπερχοληστεριναιμία (υψηλή χοληστερόλη στο αίμα), η αρτηριακή υπέρταση (αυξημένη πίεση αίματος), ο διαβήτης και το κάπνισμα. Σπανιότερος παράγοντας είναι η ακτινοβολία στην περιοχή λόγω καρκίνου των οργάνων του τραχήλου. Εξαιτίας του γεγονότος ότι η καρωτιδική νόσος οδηγεί στην επιπλοκή του αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου είναι ζωτικής σημασίας η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση

Συχνές Ερωτήσεις (FAQs)

Ποιος κάνει το τρίπλεξ καρωτίδων και πότε χρειάζεται;

Το triplex καρωτίδων το εκτελεί ιατρός με εξειδίκευση στους αγγειακούς υπερήχους: αγγειοχειρουργός, ακτινολόγος, καρδιολόγος ή νευρολόγος με αντίστοιχη εκπαίδευση. Χρειάζεται όταν ο γιατρός ακούσει φύσημα στον τράχηλο, μετά από παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο ή εγκεφαλικό, και ως προληπτικός έλεγχος σε άτομα με παράγοντες κινδύνου.

Είναι ανώδυνη εξέταση, δεν χρησιμοποιεί ακτινοβολία και δεν απαιτεί προετοιμασία. Δείχνει το ποσοστό της στένωσης, την ταχύτητα ροής και τη μορφολογία της πλάκας, στοιχεία που μαζί καθορίζουν αν αρκεί η παρακολούθηση ή αν χρειάζεται επεμβατική αντιμετώπιση. Προληπτικά συστήνεται κυρίως σε καπνιστές, σε άτομα με υπέρταση, σακχαρώδη διαβήτη ή υψηλή χοληστερόλη, καθώς και σε όσους έχουν ήδη γνωστή στεφανιαία νόσο ή περιφερική αρτηριοπάθεια.

Πονάει η καρωτίδα όταν υπάρχει στένωση;

Συνήθως όχι. Η στένωση της καρωτίδας δεν προκαλεί πόνο και στις περισσότερες περιπτώσεις δεν δίνει κανένα σύμπτωμα μέχρι να προκληθεί παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο ή εγκεφαλικό. Γι᾽ αυτό και ανακαλύπτεται συχνά τυχαία, σε προληπτικό υπερηχογράφημα ή όταν ακουστεί φύσημα στον τράχηλο.

Ο πόνος στην περιοχή της καρωτίδας αποδίδεται συνήθως σε άλλες αιτίες, όπως μυοσκελετικά προβλήματα του αυχένα ή φλεγμονή του αγγειακού τοιχώματος. Αυτά που πρέπει πραγματικά να ανησυχήσουν είναι τα αιφνίδια νευρολογικά σημεία: αδυναμία ή μούδιασμα στη μία πλευρά του σώματος, δυσκολία στην ομιλία, πτώση της γωνίας του στόματος ή παροδική απώλεια όρασης από το ένα μάτι. Ακόμη κι αν υποχωρήσουν σε λίγα λεπτά, απαιτούν άμεση μετάβαση σε εφημερεύον νοσοκομείο. Περισσότερα για τον ρόλο της διατροφής και της αγωγής στη σταθεροποίηση της αθηρωματικής πλάκας.

Δεύτερη Γνώμη