Στυτική Δυσλειτουργία
Εισαγωγή
Με τον όρο στυτική δυσλειτουργία περιγράφεται η αδυναμία απόκτησης /ή και διατήρησης στύσης κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής πράξης. Εάν ένας άντρας αντιμετωπίζει προβλήματα στύσης περιστασιακά, αυτό από μόνο του μπορεί να μη θεωρηθεί απαραίτητα κάτι το ανησυχητικό, καθώς διάφοροι παράγοντες μπορεί να είναι υπεύθυνοι γι’ αυτή την κατάσταση. Στην περίπτωση όμως που η στυτική δυσλειτουργία αποτελεί ένα διαρκές πρόβλημα, μπορεί να προκαλέσει άγχος, να επηρεάσει την αυτοπεποίθησή, όπως και τις ερωτικές σχέσεις του ασθενούς.
Η στυτική δυσλειτουργία είναι μια πάθηση που μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές αιτίες. Στο 60-80% είναι αγγειακής αιτιολογίας, στο 10-20% νευρολογικής αιτιολογίας, στο 10-15% φαρμακευτικής αιτιολογίας και στο 5-10% ορμονικής αιτιολογίας. Είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζει ο ανδρικός πληθυσμός ότι το 50% των ανδρών εμφανίζουν στυτική δυσλειτουργία πριν την εμφάνιση στεφανιαίας νόσου, για αυτό και η στυτική δυσλειτουργία αποτελεί μια πάθηση που πρέπει να αναφέρεται χωρίς ταμπού στον καρδιολόγο.
Η έγκαιρη πρώιμη διάγνωση της νόσου
είναι πολύ σημαντική
για την καλή έκβαση της κατάστασης και στα δύο στάδια της νόσου.
Κατανόηση της Στυτικής δυσλειτουργίας αγγειακής αιτιολογίας
Με βάση έρευνες σε ασθενείς με στυτική δυσλειτουργία αγγειακής αιτιολογίας, το 75% των ασθενών εμφανίζει στένωση ή απόφραξη στην αρτηρία που αιματώνει το πέος. Αυτό οδηγεί σε μειωμένη αιμάτωση του πέους και σε μη ικανοποιητική πλήρωση των δεξαμενών που προκαλούν στύση στο πέος και ονομάζονται σηραγγώδη σώματα. Στους ασθενείς με διαβήτη ή μεταβολικό σύνδρομο τα μεγαλύτερα αγγεία είναι φυσιολογικά ενώ εμφανίζουν αποφράξεις τα τριχοειδή αγγεία των σηρραγωδών σωμάτων που και πάλι δεν επιτρέπουν την πλήρωση αυτών των δεξαμενών. Και οι δυο συνθήκες οδηγούν στη στυτική δυσλειτουργία.
Ποιες είναι οι επεμβατικές μέθοδοι χειρουργικής θεραπείας;
Διάγνωση και θεραπεία της Στυτικής δυσλειτουργίας
Η διάγνωση της αγγειακής δυσλειτουργίας της στυτικής δυσλειτουργίας πραγματοποιείται από τον θεράποντα ουρολόγο-ανδρολόγο στα πλαίσια ενός υπερηχογραφικού ελέγχου και τρίπλεξ του πέους. Εάν επιβεβαιωθεί η συμμετοχή των αρτηριών στο πρόβλημα συνίσταται η άμεση έναρξη της φαρμακευτικής αγωγής. Εάν δεν επέλθει βελτίωση μετά από 3-6 μήνες, μπορεί ο ασθενής να παραπεμφθεί στον αγγειοχειρουργό για τη διενέργεια διαγνωστικής αγγειογραφίας. Κατά τη διάρκεια της αγγειογραφίας πραγματοποιείται υπερεκλεκτικός καθετηριασμός των αρτηριών του πέους. Σε περίπτωση στένωσης ή απόφραξης, ο γιατρός προβαίνει σε αγγειοπλαστική με χρήση φαρμακωμένου (πακλιταξέλη) μπαλονιού. Εάν το αποτέλεσμα δεν είναι ικανοποιητικό, θεωρείται απαραίτητη η τοποθέτηση φαρμακωμένου ενδονάρθηκα (stent). Επίσης είναι καθοριστικής σημασίας η διενέργεια διαγνωστικής αγγειογραφίας με διοξείδιο του άνθρακα για τα σηραγγώδη σώματα. Το διοξείδιο του άνθρακα διαθέτει χαμηλό ιξώδες που του επιτρέπει να διαχέεται μέσα στην μικροκυκλοφορία του σηραγγώδους σώματος εάν αυτό δεν εμφανίζει προβλήματα αιμάτωσης. Σε διαβητικούς ασθενείς με προβλήματα μικροκυκλοφορίας στα σηραγγώση σώματα, το διοξείδιο του άνθρακα δεν δύναται να διαχυθεί και αυτό είναι ένα σημαντικό διαγνωστικό εύρημα που μπορεί να βοηθήσει τον ανδρολόγο να προτείνει γρηγορότερα πιο επεμβατικές και αποτελεσματικές μεθόδους επαναφοράς της στυτικής λειτουργίας (π.χ. τοποθέτηση πεϊικής πρόθεσης).